Δευτεροπαθής Υπερπαραθυρεοειδισμός

Ο δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός συνιστά μία κατάσταση παθολογικής υπερπλασίας όλων των παραθυρεοειδών αδένων, ως αποτέλεσμα διαφόρων παθολογικών αιτίων που προκαλούν αυξημένη συγκέντρωση φωσφόρου και ελαττωμένη συγκέντρωση ασβεστίου στο αίμα, με τελικό αποτέλεσμα τη συνεχή διέγερση και υπερπλασία του συνόλου των παραθυρεοειδών αδένων.

Η χρόνια νεφρική νόσος (ανεπάρκεια) αποτελεί τη συνηθέστερη αιτία της νόσου. Ωστόσο, διάφορες άλλες παθήσεις, όπως η ιδιοπαθής υπερασβεστιουρία, η υπερμαγνησιουρία και η χρόνια ανεπάρκεια βιταμίνης D με συνοδό οστεοπόρωση και τα σύνδρομα εντερικής δυσαπορρόφησης συγκαταλέγονται στα γενεσιουργά αίτια της νόσου.

Κλινική εικόνα

Η νόσος εκδηλώνεται κλινικά, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, με συμπτώματα και σημεία από διάφορα συστήματα του οργανισμού, στα οποία συμπεριλαμβάνονται:

  • Μυοσκελετικές εκδηλώσεις: οστικός πόνος, οστικές ανωμαλίες, παθολογικά κατάγματα των οστών, μυϊκή αδυναμία
  • Δερματολογικές εκδηλώσεις: έντονος κνησμός, ασβεστοποιητική ουραιμική αρτηριολοπάθεια (calciphylaxis)

Διαγνωστική προσέγγιση

Η διαγνωστική προσέγγιση του δευτεροπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού ξεκινά με τη λήψη λεπτομερούς ιατρικού ιστορικού και ενδελεχούς κλινικής εξέτασης του ασθενούς.

Σημείο κλειδί στη διάγνωση αποτελεί η επιβεβαίωση της ύπαρξης ενός παθολογικού αιτίου που συγκαταλέγεται στα αίτια της νόσου, συνηθέστερα μιας χρόνιας νεφρικής νόσου, σε συνδυασμό με αυξημένα επίπεδα παραθορμόνης και φωσφόρου και ελαττωμένα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα.

Θεραπευτική προσέγγιση

Τα τελευταία χρόνια, οι επιστημονικές εξελίξεις στη φαρμακευτική αντιμετώπιση του δευτεροπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού και, κυριότερα, των γενεσιουργών αιτίων του, έχουν ελαττώσει σημαντικά τον αριθμό των ασθενών που χρήζουν χειρουργικής αντιμετώπισης της νόσου.

Η φαρμακευτική θεραπεία στοχεύει στη διόρθωση των γενεσιουργών αιτίων της νόσου και περιλαμβάνει συνήθως ένα συνδυασμό από τους ακόλουθους παράγοντες:

  • Φωσφοροδεσμευτικοί παράγοντες, σε συνδυασμό με ελαττωμένη διαιτητική πρόσληψη φωσφόρου
  • Σκευάσματα Βιταμίνης D
  • Ασβεστιομιμητικοί παράγοντες, με κυριότερη τη σινακαλσέτη (cinacalcet)

Ωστόσο, παρά τα άκρως ενθαρρυντικά αποτελέσματα της φαρμακευτικής αγωγής, ένα σημαντικό ποσοστό των ασθενών θα χρειασθεί τελικά χειρουργική αντιμετώπιση της νόσου (παραθυρεοειδεκτομή).

Στις ενδείξεις της παραθυρεοειδεκτομής περιλαμβάνονται:

  • Επίπεδα παραθορμόνης αίματος (iPTH) > 800 pg/ml, παρά τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής
  • Η αδυναμία της φαρμακευτικής αγωγής να ελέγξει την εξέλιξη της νόσου (1-2% των ασθενών με χρόνια νεφρική νόσο ετησίως και 15% των αιμοκαθαιρόμενων ασθενών σε ορίζοντα δέκα ετών)
  • Η αδυναμία της φαρμακευτικής αγωγής να ελαττώσει αποτελεσματικά τα επίπεδα της παραθορμόνης αίματος, σε συνδυασμό με την ύπαρξη οστικών αλλοιώσεων ή υπερασβεστιαιμίας ή υπερφωσφαταιμίας ή σημαντικού βαθμού δερματικού κνησμού
  • Η αδυναμία της φαρμακευτικής αγωγής να ελέγξει ικανοποιητικά τη νόσο εξαιτίας ανεπιθύμητων ενεργειών (ναυτία, έμετοι) ή παράπλευρων ενεργειών της που δεν επιτρέπουν τη συνέχισή της (υπερασβεστιαιμία, υπερφωσφαταιμία)
  • Η εμφάνιση ασβεστοποιητικής ουραιμικής αρτηριολοπάθειας (calciphylaxis)

Δεδομένης της υπερπλασίας όλων των παραθυρεοειδών αδένων, στόχο της χειρουργικής θεραπείας αποτελεί ο εντοπισμός του συνόλου των παραθυρεοειδών αδένων, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως στο 15% των ασθενών με δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, η ενδελεχής διερεύνηση του τραχήλου αποκαλύπτει έναν ή και δύο υπεράριθμους παραθυρεοειδείς αδένες σε έκτοπη θέση.

Τον εντοπισμό όλων των παραθυρεοειδών αδένων ακολουθεί μία εκ των δύο χειρουργικών προσεγγίσεων:

  • Υφολική παραθυρεοειδεκτομή (εκτομή σχεδόν του συνόλου των παραθυρεοειδών αδένων, αφήνοντας ένα τμήμα ενός παραθυρεοειδούς αδένα στη φυσιολογική του ανατομική θέση)
  • Ολική παραθυρεοειδεκτομή με αυτομεταμόσχευση τμήματος ενός παραθυρεοειδούς αδένα

Το σύνολο των πρόσφατων επιστημονικών μελετών δεν έχει καταφέρει να αναδείξει την υπεροχή μίας εκ των δύο προαναφερθέντων χειρουργικών προσεγγίσεων έναντι της άλλης. Ωστόσο, κοινό εύρημα όλων αυτών των μελετών αποτελεί το γεγονός ότι ο πιο καθοριστικός παράγοντας επιτυχούς χειρουργικής θεραπείας της νόσου είναι η αντιμετώπισή της από έναν εξειδικευμένο χειρουργό ενδοκρινών αδένων, με την επιλογή της χειρουργικής προσέγγισης να βασίζεται στην εκπαίδευση και κυρίως στην εμπειρία του χειρουργού.

Ανεξαρτήτως της χειρουργικής προσέγγισης, τα αποτελέσματα της χειρουργικής θεραπείας του δευτεροπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού είναι άκρως ενθαρρυντικά, με την πλειοψηφία των ασθενών να εμφανίζει βελτίωση των συμπτωμάτων ήδη από την πρώτη εβδομάδα μετεγχειρητικά, ενώ το μέγιστο θεραπευτικό αποτέλεσμα εμφανίζεται μετά την πάροδο ενός έτους από την χειρουργική επέμβαση.

Dr Konstantinos Apostolou

Ο Dr. Κωνσταντίνος Αποστόλου είναι Ειδικευμένος Χειρουργός με Εξειδίκευση τόσο στο πεδίο της Χειρουργικής των Ενδοκρινών Αδένων όσο και της Χειρουργικής Ογκολογίας. Κατέχει Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στην «Ελάχιστα Επεμβατική Χειρουργική, Ρομποτική Χειρουργική και Τηλεχειρουργική» από την Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Επιπλέον, έχει λάβει επίσημη πιστοποίηση στη Χειρουργική των Ενδοκρινών Αδένων από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου. Η γνώση, η εμπειρία και η εξειδίκευση του ιατρού εγγυώνται την προσφορά ιατρικών υπηρεσιών υψηλής ποιότητας καθώς και σύγχρονων, προηγμένων θεραπειών σε κάθε ασθενή.

Επικοινωνήστε μαζί μας για να κλείσετε το ραντεβού σας

Μοιραστείτε το περιεχόμενο: